LYRIC

Βαρέθηκα να βλέπω αρσενικά σκυφτά
να κουτσοβγάζουν τη ζωή τους στα κλεφτά.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά σαράντα χρόνια έφαγα περίπου
και μαλάκες γνώρισα παντός καιρού και τύπου.
Όλα τα λουλούδια του κήπου τα μύρισα,
ποτέ όμως δε νοστάλγησα και πίσω δε γύρισα
και μουσαφίρισσα κάποια φορά είχα την τύχη,
όμως τη διώχναν άρον άρον οι επόμενοί μου στίχοι.
Σαν ν’ ακούω τη ζωή να ξεροβήχει δίπλα στ’ αυτί μου
και να με κράζει για ό,τι είχα μαζί μου,
μα εγώ δεν είχα την ψευδαίσθηση ποτέ ότι θ’ αλλάξεις,
γι’ αυτό δέκα χρόνια μετά σου ξαναλέω τα εξ αμάξης.
Τα εξ αμάξης, πάντα θ’ ακούς τα εξ αμάξης
κι αν δεν αλλάξεις, θ’ ακούς τα εξ αμάξης.
Θ’ ακούς, θέλεις δε θέλεις, θ’ ακούς·
η πολυτέλεια της σιωπής χάθηκε με τους καιρούς
τους πονηρούς κι από δω κι εμπρός όσα δε βάζει ο νους
θα πει το στόμα μας σε βασιλιάδες γυμνούς.
Θ’ ακούς – θέλεις δε θέλεις τα φυλαγμένα μας
και μην τολμήσεις να πατήσεις τα σπαρμένα μας
κι ούτε λεπτό μπροστά στ’ ανέγγιχτα να μην αράξεις.
Κάπου εδώ αρχίζουν πάλι τα εξ αμάξης.
Βαρέθηκα ν’ ακούω συνέχεια για λεφτά,
για επιχειρηματίες σύγχρονους εγκληματίες
με χόμπι τα τελειώματα και τις αυθαιρεσίες,
για εργατοπατέρες με έργα και ημέρες πάλι,
νομάρχες και δημάρχους με κούφιο κεφάλι
σφραγισμένους σε παράξενα και ξεπεσμένα λόμπι·
ατέλειωτη, σου λέω, η νύχτα με τα ζόμπι.
Δεμένοι κόμποι, καμένα μυαλά με χέρια άδεια.
Ο χάρος πάνω από την πόλη μας δουλεύει διπλοβάρδια
κι εσύ όλο χάδια, αστέ καλομεγαλωμένε,
γελάς αμήχανα δίπλα σ’ αυτούς που κλαίνε.
Κι εγώ βαρέθηκα να βλέπω συνέχεια για όλα αυτά τριγύρω
κι ό,τι μου δώσαν ευχή, εγώ κατάρα θα το σύρω
κι όπου δεις μπροστά σου φως, στάσου και χτύπα
– γιατί είναι λίγα, είναι λίγα όσα είπα.
Ο καθένας σας θα κρύβει άλλα τόσα,
μα που να φτάσουν απ’ την καρδιά στη γλώσσα.
Ντροπή καμπόσα δίνεις δύναμη σε ψεύτες και φελλούς
για να δοκιμάζεις τους καλούς.
Και για φαντάσου, ρε, σα τα μούτρα τους να γίνω
κι από τις τύψεις μου τους γύρω μου να φτύνω,
να έχω ένα αμάξι κωλοφτιαγμένο μοντέλο
και το κεφάλι μου σαν παρακμιακό μπουρδέλο
που να ‘χει πελάτες και πλάτες τους πάντες,
καλοστημένες και νομοταγείς απάτες.
Γινήκαν μάγκες πριν από δέκα χρόνια κάποιοι,
έμεινε ό,τι έπρεπε και φύγανε οι σάπιοι·
οι σάπιοι τώρα ειρήνη, ενότητα κι αγάπη
και διασκεδάζουν όλοι ενάντια σε μένα το σατράπη,
μα στο κιτάπι γράφονται όλα, γι’ αυτό εσύ ν’ αλλάξεις,
αλλιώς θ’ ακούς καιρό τα εξ αμάξης.
Μα εγώ δεν είχα την ψευδαίσθηση ποτέ ότι θ’ αλλάξεις,
γι’ αυτό δέκα χρόνια μετά σου ξαναλέω τα εξ αμάξης.
Καμιά φορά μου φαίνεται ό,τι κι αν ακούς
τα τσουβαλιάζεις όλα με τους ίδιους κωδικούς
κι αν αδικείς μερικούς, δε σου καίγεται καρφί
φτάνει να έχεις μ’ όσα φαίνονται επαφή
ομαδική ταφή ονείρων, πλάνων, σχεδίων·
η πόλη σου έγινε το απάγκιο των αχρείων
και των γελοίων. Ήδη η πλεκτάνη είναι στημένη·
μπορεί για σένα κάπου εκεί να περιμένει.
Συνήθεις άκυρος, μπορεί και βολεμένος
ή και εγκέφαλος ολίγον πειραγμένος
– πάντα χαμένος σε κενά και μεταλλάξεις,
γι’ αυτό χαρά μας να σου λέμε τα εξ αμάξης.
Γιατί κάποτε μου ορκίστηκες πως δε θ’ αράξεις
κι άμα το κάνεις κι ανταμώσουμε να τις αρπάξεις.
Εγώ θα κάνω όλα όσα συμφωνήσαμε,
τώρα αρχίζει ο πόλεμος όσα είπαμε, είπαμε.
Κατάλαβέ το, ο δικός σου ο θεός
σε ό,τι κάνω από δω και μπρος θα κάτσει εκτός
από εμάς σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς.
Το μόνο σίγουρο είναι πως θα συνεχίσεις ν’ ακούς…
τα εξ αμάξης.

Added by

Fanis Fanisd

SHARE

VIDEO