LYRIC

Η ανεργία οδηγεί στην αφραγκία,
η αφραγκία συχνά οδηγεί στην παρανομία
Θα δεις μάτια να γυαλίζουν για μια ευκαιρία,
όσοι δεν πείστηκαν το βρήκαν μπροστά τους σε μια γωνιά.
Το μηδέν έως το ενενήντα όλα είναι συκέ,
γι’ αυτό οι αλήτικες μέρες δεν θα περάσουν ποτέ.
Και αφού με κόβεις με στυλάκι πόσα ξες πονηρέ,
δράση κάτω απ’ το φεγγάρι για να δεις τι ζειπαι.
Παίζει εκπροσώπηση για λίγους, αδερφούς, όχι φίλους.
Δεν παίζει σχέση ουδεμία με τους άλλους του είδους.
Προσωπικότητα δικιά μας, όχι λόγια από τρίτους,
άρα σχέση ουδεμία με τους άλλους του είδους.
Κολλημένους μας λένε που τα βλέπουμε όλα απόλυτα,
αυτοί γεμίζουν μέτρα να μας πούνε τα αυτονόητα.
Όταν μας βλέπουν βάζουν τα πιο λαμπερά χαμόγελα
και πέφτουνε στα γόνατα σαν να κρατάμε αυτόματα.
Λένε πολλά, κινούνται κομματικά,
αποδεικνύοντας πως δεν είναι δικά μας παιδιά.
Δεν θα χωρούσαν ποτέ στου στήθους μου τα αριστερά
και αν τους έπαιρνα λεφτά δεν θα ‘τανε δανεικά.
Και πάμε ακόμη από τα μέρη που δεν σβήνει η φωτιά,
ώρες ανήσυχες, λόγια και βλέμματα κοφτερά.
Φέρομαι απότομα και νιώθω δικαιωμένος μετά
γιατί έχω νεύρα δίχως λόγο και δεν πάω καλά.
Με την ψυχή στο στόμα σα το έργο ζούμε το έργο μας,
μπλεγμένοι στον ιστό της αράχνης μέχρι το τέλος μας.
Μαθημένοι να πονάμε για τα θέλω μας,
δεν παίζει στάλα λογικής μες στο μπουρδέλο μας.

Ρωτάν τι παίζει με εμάς και με ποιους είμαστε.
Τέχνη για κολλημένους, αυτό είμαστε.
Απ’ τις καβάντζες στα πάρκα και τις πλατείες μας
Παλεύουμε σκληρά για να πούμε τις ιστορίες μας.
Ρωτάν τι παίζει με εμάς και με ποιους είμαστε.
Τέχνη για κολλημένους, αυτό είμαστε.
Ζούμε ακόμα τις μέρες της αλητείας μας,
εφόσον δεν μπορούμε να βρούμε την ηρεμία μας.

Δεν θα ακούσεις να ρωτάνε ”Έι, που χάθηκες Λεξ;”,
στο ‘δω και ‘κει, σκάω αργά και ακολουθάω μυρωδιές.
Έχω συνήθειες κακές από παλιές εποχές,
πριν γίνει μόδα στη πόλη το στυλ απ’τις γειτονίες.
Πρέπει να νιώθουνε ωραίοι όταν φοράνε ο,τι έχουν
ή έτσι φεύγει με τα φράγκα τους άμα δεν προσέχουν.
Έχω ορέξεις βραδινές να τεστάρω να αντέχουν,
γιατί αλητεύω απ’τις μέρες του να τους δω να τρέχουν.
Τελευταια δεν μου παει ο καιρος,
θελω τα παρκα που μετρουσε ο σεβασμος σαν χρυσος.
Ίσως τις ήμερες που ψηνόσουν όταν ήσουν μικρός,
με αλάνια που αν κώλωνες σε αφήνανε εκτός.
Είμαστε ακόμα τα κωλόπαιδα από τη γειτονιά,
όσο οι άλλοι αγκαλιάζονταν ηνησυχητικά.
Είδα αδέρφια μέσα στα αίματα πριν τα 17,
σε Φάληρο, κέντρο, Ήμια, Καλαμαριά.
Άνδρες μας κάνανε οι κόντρες και τα κυνηγητά,
στριμωγμένοι στην γωνία να μην τρώμε παπά.
Όταν ο φόβος είναι σύμμαχος και τα όρια στενά,
πρέπει με το σκατό στην κάλτσα να μην φας την μαγκιά.
Χρόνια 29 που μοιάζουνε με ταινία,
κάποιος με ανάγκασε να αναλάβω την ερμηνεία.
Ξέρω τα κόζια πιο καλά και έτσι δεν γίνομαι λεία,
ματώνω beats όσο ποζάρουνε στην φωτογραφία.
Και αγχώνονται οι ρουφιάνοι σαν να είμαι οπλισμένο γκάνι,
ειρηνιστές φωνάζουνε ”ο κοντός το παρακάνει”
Μα όσοι ξέρουν ξέρουν, είναι άλλο αυτό που κάνει,
γραμμή προς γραμμή χωρίς τραπέζι και μπουκάλι.

Ρωτάν τι παίζει με εμάς και με ποιους είμαστε.
Τέχνη για κολλημένους, αυτό είμαστε.
Απ’ τις καβάντζες στα πάρκα και τις πλατείες μας
Παλεύουμε σκληρά για να πούμε τις ιστορίες μας.
Ρωτάν τι παίζει με εμάς και με ποιους είμαστε.
Τέχνη για κολλημένους, αυτό είμαστε.
Ζούμε ακόμα τις μέρες της αλητείας μας,
εφόσον δεν μπορούμε να βρούμε την ηρεμία μας.

Added by

Fanis Fanisd

SHARE

VIDEO