LYRIC

Όλο σκέφτομαι σαν σβούρα γυρνάω.
Σαν πειρατής για θησαυρό την τύχη μου κυνηγάω.
Μεταφράζω σημάδια δεν ξέρω που πάω.
Η πόλη βράζει και εγώ στην έρημο περπατάω.
Στύβω την πέτρα όταν διψάω μέσα σε καρχαρίες κολυμπάω.
Δεν μπλέκεις μαζί μου όταν πεινάω.
Το άγχος μας ασπρίζει σαν φαντάσματα σε μια πραγματικότητα βγαλμένη απτά χαλάσματα.
Ο αγώνας σου μόνο σε δικαιώνει μεγαλώνω δεν πιστεύω τώρα πια σε θαύματα.
Φόβος άγχος στεναχώρια μοναξιά σε ένα παράλληλο σύμπαν δεν δίνω μία για όλα αυτά.
Σε ένα κόσμο που τα πάντα γίνονται ηλεκτρονικά σκέφτομαι αναλογικά διαφέρουμε λογικά.
Δίνω το χέρι μου απόψε σε έναν τρελό κάτω απτά κίτρινα της φώτα φαντάζει ρομαντικό.
Ονειρεύομαι ή μήπως πάλι παραληρώ γιατί έχει μέρες που ξυπνάω σα να βουτάω στο κενό.
Έχω ένα χιούμορ αιχμηρό σαν το ξυράφι όταν ματώνω γελάω με το σινάφι.
Γράφω τα βράδια όταν κοιμάμαι και όταν ξυπνάω το πρωί τίποτα δεν θυμάμαι.
Παρανοϊκός δολοφόνος στέκω μόνος ενώ πίνω τον καφέ μου στο μπαλκόνι.
Και παντού γύρω μου κλώνοι την πόλη μου από ανθρωπιά βλέπω να ερημώνει.
Και εγώ τους μίλησα για αγάπη ο χαζός εδώ επιβιώνει ο αδιάφορος και ο κυνικός.
Ο κόσμος είναι κακός κρύος και αμαρτωλός μας ταΐζουνε σκοτάδι και εμείς χέζουμε φως.
Απόψε δολοφόνησα ακόμα ένα ψέμα.
Ο χρόνος κυλάει αφήνει πάνω της σημάδια.
Με σκιές κάνω διάλογο.
Κάνω εικόνα τους εφιάλτες μου.
Είμαι ένας πίνακας με βάση το παράλογο.
Σε τέσσερις τοίχους παραμιλάω σκιαγραφώ σκέψεις με σκιές κάνω διάλογο.
Έχω δυο χέρια ματωμένα απόψε δολοφόνησα ακόμα ένα ψέμα.
Στο Καπάνι γυρνάω βρωμάει αίμα και αυτό γεννάει έμπνευση μάγκα ωραίο θέμα.
Φτωχοί βασιλιάδες γέννημα θρέμμα κάθε μας μέρα μια ατελείωτη φέρμα.
Βλέπεις για να βγάλουμε το μήνα όλοι μαγειρεύουν στου διαβόλου την κουζίνα.
Έξω βρέχει παίζει μπλούζ στα ηχεία ο πόνος της τρομπέτας στον Μισισιπή κηδεία.
Την ιστορία γράφει η μειοψηφία ξένοι ανάμεσα σε ξένους κρύα πολιτεία.
Και είναι γλυκιά τα βράδια που είναι άδεια ο χρόνος κυλάει αφήνει πάνω της σημάδια.
Είναι κάτι βράδια αξημέρωτα στα σφαγεία ψάχνουνε τον πληρωμένο έρωτα.
Στο διαδίκτυο βλέπω αιτήματα στην ουρά όλα τα υποψήφια θύματα.
Με δολοφονημένα συναισθήματα πλαστικές ανάγκες με βάση πλαστικά χρήματα.
Το τρία με παράτησε στο φοίνικα είδα τον θάνατο να αράζει σε μια σύριγγα.
Σαν καράβι εγκλωβισμένος σε μπουκάλι που καλεί την πλάνη σιχάθηκα μάγκα φτάνει.
Πίνω πάγο δίχως ουίσκι ανάβω ένα τσιγάρο δίχως να χω φωτιά.
Ο λόγος μου είναι άβατο απαράβατο βαριά κληρονομιά για τ’ άγρια παιδιά.
Ονειρεύομαι ή μήπως πάλι παραληρώ;
Έχει μέρες που ξυπνάω σα να βουτάω στο κενό.
Μεγαλώνω και παντού γύρο μου κλώνοι.
Δεν μπλέκεις μαζί μου όταν πεινάω.

Added by

John Alles

SHARE

VIDEO