LYRIC

Βοή του ονείρου κι ανάπαυλα απ’ τον εφιάλτη,
έλα και στάλαξε μου στο μυαλό τ’ όμορφο κάτι
σαν αφημένη ευχή στον άνεμο μια νύχτα ξάστερη,
σαν σκαρί που γυαλώνει σε θλίψη άταιρη.
Νιώθω σαν έρμος καπετάνιος που ψάχνει με τα κιάλια
ενός γέρικου φανού τα μικρά σινιάλα.
Διαβολεμένη στιγμή σαν βυθισμένη σημαδούρα,
μα είμαι όλος βιάση γι’ αυτή την περπατούρα.
Γραπώνομαι απ’ τις λέξεις κι έχω ρυμούλκα το χαρτί,
στρογγυλοκάθομαι κατάχαμα δίπλα σ’ ένα γιατί
κι αρχίζω να μετράω χίλια τραγούδια ακονισμένα
που ήρθαν να κόψουν όλα τα μυγιασμένα.
Για σένα και για μένα νίκες ισχνές,
η ίδια μουντάδα κι ανεξαργύρωτο το χθες,
μα ο ίδιος θα ‘μουν όπου κι αν πήγαινα·
ένας ανίκανος να τραγουδάω τ’ ακίνδυνα·
ένας κόκκινος ήλιος που πριν τινάξω τα πέταλα,
θα μεριάσω να πεθάνω μ’ ό,τι έσφαλα,
μα μέχρι τότε θερισμένε να δειλιάζεις
και μες στα μάτια, μη με κοιτάζεις.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να σκύβεις όπως παλιά όταν περνούσα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να γλύφεις εκεί που πριν κατουρούσα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, να λιώνεις και προς το τέλος προχώρα.
Μη με κοιτάζεις στα μάτια, εκτός αν έφτασε η ώρα.
Αν φτάσει η ώρα κι απ’ το ψέμα ξεπεζέψεις
και ρημαγμένος βαλθείς να με γυρέψεις,
δε θα ‘μαι εκεί που σαπίζεις στα μισοσκότεινα,
θα ‘μαι στα όμορφα που κάποτε σου πρότεινα
ή εκεί που σπάνε της μνήμης τα κύματα
και μουσκεύουν τους καιρούς τα άμοιαστα κρίματα.
Απαίδευτε να σκιάζεσαι γιατί όσο κι αν πλανήθηκες,
ίσα που λύθηκες, στο ζήτησαν και γδύθηκες
οι ξώμαχοι, οι βουβοί κι οι χαλκεμένοι
με τα κυρτά κεφάλια οι καλοκουρδισμένοι
σε σύραν λίγο στην κορφή μ’ αγάπες έτοιμες
σαν κάμπια την αυγή σύγκορμος έτρεμες,
και να που έγινες σαν στα όνειρά σου πεταλούδα·
δε θα κρατήσει πολύ σου ‘παν τραγούδα.
Μέθα απ’ τη γύρη της ντροπής κι όσο γιορτάζεις,
μέσα στα μάτια μη με κοιτάζεις.

Added by

Fanis Fanisd

SHARE

VIDEO