LYRIC

Η ζωή μου είναι βία.
Απ’ το τέλος του Κόσμου ως της μάνας μου την κοιλιά ανάποδη είναι ευθεία.
Κάνω κύκλους στα τετράγωνα να βρω τη Λογική σε τιμή λογική, σε τιμή-ευκαιρία.
Όλες τους είναι τρελοί κι όλοι τους είναι τρελές.
Κι οι πιο τρελοί είναι αυτές που αναζητούν την αιτία.
Έχεις φαγητό και ζέστη από την πατρική σου οικία,
που ακόμα και εκεί μέσα δεν νιώθεις πλέον οικεία.
Βλέπω αυτούς που με κοιτάζουν να έρχομαι απ’ την γωνία.
Κατέβα απ’ το μάλκόνι, όπου να ‘ναι ξημερώνει,
και πάμε στην πλατεία να ακούσουμε την ησυχία.
Τελειώνει ό,τι δεν πρέπει να τελειώσει γιατί ο πάγος λιώνει.
Κι άμα λιώσει, δεν ξαναπαγώνει σε τέτοια θερμοκρασία.
Ο δικός σου ο Κόσμος είσαι εσύ και όσοι έχετε επιλέξει την ίδια ανησυχία.
Ο δικός μου ο Κόσμος είναι οδικώς 656 ματωμένα χιλιόμετρα απ’ την Βοσνία.
Ο Θάνατος πιλοτάρει ένα μάυρο ελικόπτερο πάνω απ’ την Σερβία,
ντύνεται μασκαράς και σου ‘ρχεται στην κηδεία.
Γιατί ο θάνατος την παίρνει την ζωή σου στα αστεία.
Αλλά, είναι το μόνο σίγουρο, οπότε σημασία έχει τί θα κάνεις μέχρι τότε…

Δεύτερη στροφή πριν απ’ την τελική ευθεία.
Σκοτάδι… πίσσα, νικοτίνη και ναυτία.
Αναχωρούν σαν πάντοτε οι ναύτες με τα πλοία
για την Αμερική, την Αφρική ή την ΦαντΑσία…
Και φέρουνε στα αμπάρια ιστορίες σαν φορτία
για πειρατές ανώμαλους από την Σομαλία,
τραπεζίτες μαζεύουνε το χρήμα στην Αγγλία
και γυναίκες καυτές με 5 ευρώ στην Βραζιλία.
Όπως η Θάλασσα, που δεν βρίσκει ακινησία,
έτσι κι αυτό τελειώνει με ένα κόμμα κι όχι με τελεία…
Όλοι πνίγονται μέσα στης πόλης την τρικυμία
κι όλα γίνονται για μια Ελένη και μια Μαρία.
Πάρε γιατρέ τα γιατρικά και σύρε Ικαρία,
γιατί η πυρομανία μου δεν έχει θεραπεία.
Η πιο μεγάλη ασθένεια λέγεται ιδιοκτησία,
να τα θέλεις όλα επί δύο, και να παίρνεις τρία..
Να’ ταν όλα απλά, να τα χορεύαμε στα τρία
στο Πωγώνι με κλαρίνα ξεκινώντας για Αυστραλία.
Να’ ταν όλα γλυκά σαν την γιαγιά μου την Ναταλία.
Η Κόνιτσα έχει θάλασσα απ’ την Καππαδοκία.
Την έφερε ο παππούς μου κάπου στο 20κάτι.
Το νερό το πήρε ο άνεμος και ξέμεινε το άλατι.
Φίλε, τα χιόνια λιώσαν όπως λιώσαν και τα νιάτα.
Χιλιάδες χρόνια στα βουνά πάνε την στράτα – στράτα…
Και τραγουδάμε μέσα στα νεκροταφεία
τραγούδια σαρακατσάνικα για την Ελευθερία.
Να ακούνε οι νεκροί να γλεντάνε κι αυτοί μαζί μας.
Κάτω στα πέντα μάρμαρα αφήνουμε την φωνή μας.
Η ζωή μας: δυο γονείς, δύο δρόμοι και μια πορεία.
Η μάνα μου έχει δύο κόρες, δυο γιούς και μια ιστορία.
Οι δυο της γιοί γίνανε νότες στα ηχεία
και με τις δυο τις κόρες βλέπει την ευτυχία.
Δεν θέλω να βλέπω οθόνες να μου κλέβουν την ουσία,
μα να βλέπω μάτια άλλων, βιβλία και τοπία.
Σε είδανε στο Νότιο Μπρονξ το 73’…
Hip Hop, εσύ, με γλίτωσες απ’ τα ψυχιατρεία.
Στραβώσαν τα βινύλια από την υγρασία,
μα η Τέχνη δεν πεθαίνει και γεννά Πολυτεχνεία.
Στραβώσαν τα βινύλια από την υγρασία,
μα, η Τέχνη δεν πεθαίνει και γεννά Πολυτεχνεία….

Ένας παππούς κάποτε, πριν το χαμό του,
στον σπασμένο καθρέφτη είπε στον εαυτό του
πως το Αστέρι του Βορρά και τον Σταυρό του Νότου
πρέπει καθένας να τα δει πριν απ’ τον θάνατό του

Added by

PromoLyrics

SHARE

VIDEO