LYRIC

Μίσεψε η χαρά μπρος στου ονείρου τα αποκαμωμένα,
τίποτα πια δε συχωριέται σε κανένα.
Μας λυπούνται όλων των καιρών οι εξόριστοι
που μπρος στα λιόβροχα πια στέκουμε αγνώριστοι
σα βουλωμένες με μολύβι μνήμες,
σα ξώμαχες που ξεζευγιάζουν ρίμες.
Τώρα που οι σοφοί μωράθηκαν, κλάψε για σένα.
Σφαλίσαν το αύριο σε κελιά δειπλοκαγκελωμένα.
Τα διαβατάρικα πουλιά ψάχνουν αραξοβόλια,
στη μοιρασιά πάλι σε τρώνε τα καρακόλια
και καθρεφτίζεσαι, χωρατεύεις και γδύνεσαι
ξαμολιέσαι κι αφήνεσαι, λησμονείς και γίνεσαι
κατοικάρης στο τώρα.
Γλώσσες ξυραφωτές θα χαρακώσουν τη ράχη σου,
οι παραπανίσιοι θα χαζεύουν τη μάχη σου
κι απ’ της γριάς ζωής το χωνευτήρι
νεκρόθωροι θα σε καλούν στο κοιμητήρι
ταπεινωμένο, σαν από σκόνη καμωμένο,
σαβανωμένο, μ’ ένα βιος νοικιασμένο.
Μαχαίρωμα βαθύ όταν τα λόγια δε βλασταίνουν,
σάρκινα φονικά όταν τα ωραία δε βαθαίνουν,
διάβα σα γιάτρεμα θανατερής πληγής,
πρόχειρα μανταρισμένα χρόνια κοντολογίς.
Κι αν τη γλιτώσεις άχρονο κι άσκοπο ό,τι γίνεις,
πριν να μερώσεις μέσα στον ζόφο θα μείνεις
κατοικάρης στο τώρα.

Added by

Fanis Fanisd

SHARE

VIDEO