LYRIC

Μιλάω εκ μέρους αυτών που δεν μπορούν ν’ ακουστούν.
Γιατί έχουν τόσα να πουν όταν οι γλώσσες σιωπούν.
Σαν το κουβάρι οι μέρες μας κυλάν’ τσουλάν’ βιαστικά.
Ψάχνουμε για ηρεμιστικά συχνά σ’ οθόνες μπροστά.
Χρόνια χαμένα σε λαβύρινθο να βρούμε τι παίζει.
Είναι ένα κρύο φαγητό σ’ ένα βρώμικο τραπέζι.
Αν η τύχη μας είναι ζάρι φέρνω το διπλό εξάρι.
Γιατί μπέσα του’ χει πάρει ο ασιμόραχος σκοράρει.
Δεν έχω flow λένε οι ανίδεοι στην κοινότητα.
Η ροή αυτή ονομάζεται σκληρή πραγματικότητα.
Το πρόβλημα το μίσος το δεν παίζουνε γκαφρά.
Το πρόβλημα υπογραμμίζω στο δεν έχετε καρδιά.
Ξέρω τους δρόμους καλά, τους έχω φάει με τον κουβά.
Όποιος ζήσει στα σκατά θέλει να φύγει απ’ αυτά.
Ένα καλύτερο μέλλον για τα δικά μας παιδιά.
Ο Λεοντόκαρδος σαν κεραυνός σκάω από ψηλά.
Η πιάτσα ξέρει, τα γνωρίζει, μιλάει τα δικά μου λόγια.
Βγάζω ζόρια, χαζεύω τη θέα απ’ τα υπόγεια.
Είμαι σολάρισμα με πόνο βαριά μπλουζ στην κιθάρα.
Σε συνήθειες πνιγμένοι, καφές και τσιγάρα.
Πορεία ευθεία σαν χειραψία ότι είπα το’ κανα.
Εδώ την βγάζουν’ καθαρή οι γλύφτες και τα μουνόπανα.
Είμαι τυφλός πιανίστας.
Πρόσφυγας που παίζει ούτι.
Όποιος κάηκε απ’ το χυλό φυσάει και το γιαούρτι.
Είναι η βρώμικη ανθρώπινη πολύπλοκή μας φύση.
Ίσως πρώτος σε ζηλέψει ο φίλος που θα σ’ αγαπήσει.
Κι αφού μπορεί ο καθείς για το ποιόν σου να μιλήσει.
Δεν γαμείς τα παπούτσια σου δεν έχει περπατήσει.
Είναι η βρώμικη ανθρώπινη πολύπλοκή μας φύση.
Ίσως πρώτος σε ζηλέψει ο φίλος που θα σ’ αγαπήσει.
Κι αφού μπορεί ο καθείς για το ποιόν σου να μιλήσει.
Δεν γαμείς τα παπούτσια σου δεν έχει περπατήσει.
Χαμήλωσε τα φώτα.
Φέρε οινόπνευμα.
Βλέπεις οι εξομολογήσεις δεν γίνονται έτσι απότομα.
Στο τραπέζι ποτήρια χαμηλά και δυο πάγους.
Όταν λέω τα σωθικά μου βγάζω δράκους, σπάω βράχους.
Το μελάνι στο δέρμα σου διηγείται την ιστορία σου.
Αυτοβιογραφία, δημιουργία, δικογραφία σου.
Σκοτώνω την άνοια σου καπνίζοντας τετράμετρα.
Το τραγουδά η γειτονιά άνοιξε τα παράθυρα.
Χωμένοι στο μικρόκοσμό τους δεν έχουν ιδέα.
Άσε με εδώ, είναι ωραία, είναι ψηλά, χαζεύω θέα.
Κι από κάτω μου το χάος κι εγώ πράος.
Βάζω στόχο να ξεφύγω.
Ξεφυσώντας ταξιδεύω για Μαρόκο.
Είναι αργά και κάνει κρύο καθώς σπάω τη σιωπή.
Τα δυο μου μάτια και τα πόδια μου γυρνάν’ την πόλη αυτή.
Πήραν’ μαθήματα από νυχτοπερπατήματα σκληρά.
Ή σε τρώνε ή τους τρως, είμαστε άρρωστη γενιά.
Οκτώβρη συννεφιά, φθινόπωρο μυρίζει.
Στην έρημο σταγόνα νερού κανείς δεν χαρίζει.
Έτσι σ’ άγονο χώμα καλλιεργούμε ικανότητες.
Ποντάρουμε στα ζόρικα κόντρα στις πιθανότητες.
Λουλούδια αυτής της χώρας.
Μας ποτίζουν με πετρέλαιο.
Κι όταν θα πέσει σπίθα, κρίμα, θα φωνάζουν για έλεος.
Διψάω για τη γνώση κι αυτοί μου’ παν είναι ανώφελο.
Κι εγώ τους σκότωσα μ’ ένα χαμόγελο.
Στις δύσκολες μέρες που διανύουμε χορεύω.
Με τάμα μου την πίστη στην πίστα μου όλα τα θέλω.
Είναι η έμπνευση κι εγώ η πεντάμορφη και το τέρας.
Ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας.
Αγαπώ με την κάρδια.
Με το μυαλό μου δίνω λύσεις.
Όταν ψάχνω απαντήσεις κάνω σωστές ερωτήσεις.
Όταν μπλέξω δεν θα τρέξω.
Δεν ήρθα για να παίξω.
Είμαι πατέρας, φίλος, αδερφός για ανθρώπους εκεί έξω.
Είμαι πατέρας, φίλος, αδερφός για ανθρώπους εκεί έξω.

Added by

John Alles

SHARE

VIDEO