LYRIC

Κρανίου τόπος, ο δρόμος κι ο λόγος, ο φόβος της μέρας
κι ο πόνος της αγάπης δολοφόνος όντως,
δύσκολος τρόπος, δύσκολος καιρός και καιροσκόπος
ο διπλανός κερδοσκόπος κι εγώ μόνος.
Η δύναμη μας πηγάζει απ’τη φωνή που κραυγάζει
κι ο ήλιος όταν μας κοιτάζει δίνει το σήμα, θ’αργήσεις ξεκίνα.
Η πόλη μας η Αθήνα, το σπίτι μας έχει ήλιο
που κι η νύχτα κι αν μας βρει δεν ψαρώσαμε απ’τη βιτρίνα. Χα-
-μένος, ανακατεμένος μέσα στους πολλούς,
δεν ξεχωρίζω για να βαδίζω ευτυχισμένος,
αλυσοδεμένος βαθιά μες σε κείνο το μέρος
που στο τέλος το βέλος σε καρφώνει και τέλος. Τέλος.
Κενό που δε γεμίζει, ο άνθρωπος δεν παίρνει ό,τι του αξίζει, θα το δεις.
Μυθομανείς κι ομορφολογάδες αδειάζουν αράδες μέχρι να πειστείς,
μέχρι να σβήσεις, να πέσεις, να μαγευτείς. Γράφουν,
κείμενα βαριά, κάνουν μεγαλεπήβολα σχόλια, όλοι ά-φεντες με προνόμια,
ξεπερνάνε τα όρια και στα παραθυρόφυλλα, στα πρόθυρα
κι ο κόσμος πεθαίνει στα πεζοδρόμια. Δεν μιλάς.
Ο πιο μεγάλος φόβος μου είναι να μας ξεχνάς,
να θυμάσαι που ξεκίνησες, να γνωρίζεις που πας,
η λύπη είναι μισή όταν αγαπάς.
Κι ανίκητοι άνθρωποι που επιμένουνε, βαδίζουνε, ελπίζουνε κι επιλέγουνε.

Η φυλακή είναι φυλακή, η μοίρα θα’ναι πάντα εκεί
κι εσύ φύλα τη .
Κρίνονται ανίκανοι να τρέξουνε τη μηχανή,
περιμένω δεν θα φανεί μες το σκοτάδι αστραπή.
Τα παίζω λίγα-λίγα κι αν όλα αυτά που είδα
αλλάξανε σιγά-σιγά, δειλά-δειλά και μπήκα.
Επιτυχία θα’ναι να’μαστε μαζί
και δυνατοί σε κάθε βήμα, σε κάθε χαρά και σε κάθε κύμα.

Φυγή για τους δειλούς στο δέλεαρ,
είναι θηλιές που στένευαν,
στέρευαν τα πνεύματα από ιδανικά
όσο τα πλούτη σας έρεαν.
Ανέπνεαν το θάνατο παιδιά
εκεί που όχι μόνο μπετό μα ολόκληρες ζωές κατέρρεαν.
Έτσι έμαθα, κυριευμένοι από χαρτιά και κέρματα,
αναπαράγουμε, αναζητάμε και πιστεύουμε ψέμματα.
Γεμάτες τσέπες, άδεια πνεύματα,
γράφω για κείνα τα πέτρινα απογεύματά. Αααα-
-πάνω στο χώμα που με ποτίζανε πέφτανε κάλυκες,
εχθρός ο ρατσισμός, κρύβει το φως, εσύ το κάλυπτες
κι αλήθεια μας πονάει γιατί ξυπνάει ανασφάλειες.
Πες μου ποτ’ήρθες, πότε έφυγες, πότε χάθηκες,
κρησφύγετα, ναρκωτικά, μπάτσοι και χρήματα,
γεμάτα μυαλά με προβλήματα, νεκρές ψυχές στα κύματα ή στα κάτεργα.
Ζούμε σε κελιά χωρίς κάγκελα,
γεννιόμαστε, μαθαίνουμε ή πεθαίνουμε αναπάντεχα.
Γιατί ο καθένας μας κουβαλάει το φορτίο του
μέχρι να βρει λιμάνι να το μοιραστεί,
ξέρω ο καθένας από μας κάνει τον κύκλο του
για να χτίσει όσα στο ταξίδι θα πάρει μαζί.
Γιατί ο καθένας μας κουβαλάει το φορτίο του
μέχρι να βρει λιμάνι για να εκφραστεί,
απ’την αυγή ως το γέρμα, από την καρδιά ως το δέρμα ,
ως το τέρμα, πλάθουμε τον πολεμιστή.

Η φυλακή είναι φυλακή, η μοίρα θα’ναι πάντα εκεί
κι εσύ φύλα τη.
Κρίνονται ανίκανοι να τρέξουνε τη μηχανή,
περιμένω δεν θα φανεί μες το σκοτάδι αστραπή.
Τα παίζω λίγα-λίγα κι αν όλα αυτά που είδα
αλλάξανε σιγά-σιγά, δειλά-δειλά και μπήκα.
Επιτυχία θα’ναι να’μαστε μαζί
και δυνατοί σε κάθε βήμα, σε κάθε χαρά και σε κάθε κύμα.

Added by

PromoLyrics

SHARE

VIDEO